Αρτηριακή Υπέρταση

Η Αρτηριακή Υπέρταση (ΑΥ) προσβάλλει περίπου το 25% του ενήλικου πληθυσμού παγκοσμίως και έως το 2025 αναμένεται να αυξηθεί κατά 60% προσβάλλοντας συνολικά 1.5 δισεκατομμύριο ανθρώπους.
Η υπέρταση είναι πολύ συχνή πάθηση που γίνεται ακόμη συχνότερη με την αύξηση της ηλικίας, σχεδόν οι μισοί άνθρωποι πάνω από τα 65 χρόνια έχουν υπέρταση
Μέχρι την ηλικία των 45 ετών οι άντρες εμφανίζουν υψηλή Αρτηριακή Πίεση(ΑΠ) συχνότερα σε σχέση με τις γυναίκες. Στις ηλικίες 45-54 ετών τα ποσοστά αντρών και γυναικών εξομοιώνονται και μετά την ηλικία αυτή οι γυναίκες πάσχουν από Αρτηριακή Υπέρταση πιο συχνά συγκριτικά με τους άνδρες.
Το όριο για τον ορισμό της αρτηριακής υπέρτασης θεωρείται μια τιμή ΑΠ>140/90mmHg ενώ σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα για άτομα >80 ετών για να θεωρηθεί ότι πάσχουν από υπέρταση χρειαζεται μια τιμη ΑΠ>150/90mmHg.

Στο μέγιστο ποσοστό (90-95%) δεν είναι δυνατόν να εντοπισθεί κάποια αιτία που να προκαλεί την αρτηριακή υπέρταση αν και κάποιοι παράγοντες όπως η αυξημένη κατανάλωση αλατιού,η γενετική προδιάθεση με οικογενειακό ιστορικό ΑΥ, οι διαταραχές της αποβολής νατρίου στους νεφρούς, η υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού συστήματος, η αντίσταση στην ινσουλίνη, η παχυσαρκία κλπ., θεωρείται ότι συμβάλλουν στην εμφάνιση της. Σε ένα μικρό ποσοστό ιδιαίτερα στις νεαρότερες ηλικίες, κάτω από τα 45 χρόνια, μπορεί να εντοπισθούν ειδικές αιτίες (Στένωση νεφρικών αρτηριών, νεφροπάθειες, όγκοι επινεφριδίων, στένωση ισθμού αορτής, υπέρταση της εγκυμοσύνης).

Η Αρτηριακή Υπέρταση προκαλεί στην καρδιά μία σειρά δομικών και λειτουργικών προσαρμοστικών μεταβολών που αφορούν κυρίως την αριστερά κοιλία, τον αριστερό κόλπο, την αορτή και την στεφανιαία κυκλοφορία.
Η Αρτηριακή Υπέρταση προκαλεί μυοκαρδιακή ισχαιμία. Επιταχύνει την αθηροσκληρυντική διεργασία των στεφανιαίων αρτηριών προκαλώντας οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και έκπτωση της συστολικής λειτουργίας της αριστεράς κοιλίας.
Επίσης η Αρτηριακή Υπέρταση αποτελεί την δεύτερη αιτία καρδιακής ανεπάρκειας μετά την στεφανιαία νόσο μαζί με την προχωρημένη ηλικία, την υπερλιπιδαιμία και τον Σακχαρωδη Διαβήτη είναι οι κύριοι παράγοντες που ευθύνονται για τα εμβολικά Αγγειακά Εγκεφαλικά Επεισόδια, τις διαταραχές μνήμης, την αγγειακή άνοια ως συνέπεια της χρόνιας υποάρδευσης της λευκής ουσίας λόγω βλαβών στις μικρές εν των βάθει αρτηρίες του εγκεφάλου και την πρόκλησης τελικού σταδίου Νεφρικής Ανεπάρκειας.

Βέβαια δεν πρέπει να σκεφθούμε ότι όλα αυτά προκαλούνται από μία μέτρηση υψηλής τιμής, χρειάζεται χρόνος αρκετός (χρόνια) αρρύθμιστης υψηλής πίεσης.

Η μέτρηση της Αρτηριακής Πίεσης μπορεί να γίνει από τον γιατρό ή την νοσηλεύτρια στο ιατρείο ή το νοσοκομείο ή από τον ίδιο τον ασθενή ή συγγενικό του πρόσωπο στο σπίτι μετά από κατάλληλη εκπαίδευση ή τέλος με ηλεκτρονική συσκευή 24ωρης καταγραφής.
Η Αρτηριακή Πίεση χαρακτηρίζεται από μεγάλη μεταβλητότητα τόσο κατά την διάρκεια της ημέρας, όσο και μεταξύ ημερών, μηνών και εποχών. Για τον λόγο αυτό στην πλειονότητα των περιπτώσεων η διάγνωση της Αρτηριακής Υπέρτασης πρέπει να βασίζεται σε τουλάχιστον 2 μετρήσεις της Αρτηριακής Πίεσης στο ιατρείο σε 2 με 3 επισκέψεις ή στο σπίτι με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις. Το πιεσόμετρο είναι το μέσον με το οποίο θα θέσουμε τη διάγνωση καθώς δεν υπάρχουν συμπτώματα στη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών που θα μας κάνουν να υποπτευτούμε την πάθηση. Σήμερα διαθέτουμε και συστήματα μέτρησης κατά τη διάρκεια όλου του 24ώρου (Holter πιέσεως) που μας βοηθούν στην ακριβέστερη διάγνωση.
Όσο αφορά τον τύπο του σφυγμομανομέτρου μπορεί να γίνει είτε με υδραργυρικό είτε με ηλεκτρονικά τα οποία όμως πρέπει να είναι πιστοποιημένα σύμφωνα με τυποποιημένα πρωτόκολλα και περιοδικά πρέπει να ελέγχονται για την ακρίβειά τους.

Η πλειοψηφία των υπερτασικών ασθενών παρουσιάζουν, πέραν της αυξημένης Αρτηριακής Πίεσης, και άλλους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Υπολογίζεται ότι στο σύνολο των υπερτασικών, 30% είναι καπνιστές, 15-20% είναι διαβητικοί, 50-60% είναι υπερλιπιδαιμικοί, και 30% παχύσαρκοι. Επιπλέον, οι υπερτασικοί ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο βρίσκονται σε κατηγορία υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου. Στην περίπτωση αυτή, ο συνολικός καρδιαγγειακός κίνδυνος του υπερτασικού ατόμου είναι πολύ μεγαλύτερος από την άθροιση του κινδύνου που συνεπάγεται κάθε ένας παράγοντας χωριστά. Για το λόγο αυτό πρέπει οι υπερτασικοί ασθενείς να λαμβάνουν εκτός της αντιυπερτασικής θεραπείας και θεραπεία για τους άλλους παράγοντες κινδύνου.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η αντιυπερτασική θεραπεία οδηγεί σε σημαντική μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηρότητας, και ότι το όφελος της θεραπείας είναι το ίδιο σε άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών συμπεριλαμβάνοντας και τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίες με μεμονωμένη συστολική υπέρταση. Ειδικότερα η αντιυπερτασική θεραπεία συνδέεται με μεγάλη μείωση των Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων (περίπου 30-40%) ενώ τα στεφανιαία σύνδρομα μειώνονται σε μικρότερο βαθμό (20%) σημαντικά μειώνεται η επίπτωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Οι αποδείξεις για τα οφέλη της αντιυπερτασικής αγωγής προέρχονται κατά βάση από μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες.
Τα υγιεινοδιαιτητικά μέτρα τα οποία ευρέως θεωρούνται ότι μειώνουν την ΑΠ και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι:

  • Διακοπή καπνίσματος
  • Μείωση σωματικού βάρους.
  • Περιορισμός της υπέρμετρης κατανάλωσης αλκοόλ
  • Φυσική άσκηση
  • Μείωση του προσλαμβανόμενου άλατος
  • Αύξηση της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών και μείωση του κεκορεσμένου και συνολικού λίπους